Πέμπτη, 1 Μαΐου 2014

Ηλίθιε!! Δεν έχουμε μία!



Γράφτηκε το 2006, Καλοκαίρι...

    …ξεκίνησε το λεωφορείο για το νησί…

Με λεωφορείο για …νησί! Πλάκα έχει. Αλλά είναι η Λευκάδα.

Τι μπορεί να κάνει κανείς πέντε ώρες ταξιδεύοντας μέσα σε μια κονσέρβα;
Ποτέ δεν κατάφερα να διαβάσω κάτι στη διάρκεια ταξιδιού. Ούτε και τώρα. Κι ας κουβαλάω πάντα βιβλίο… Ούτε μουσική καταφέρνω να απολαύσω…

Προτιμώ να χαζεύω, να κοιτάω τους συν-ταξιδευτές, να προσπαθώ να μπω μέσα τους και να διαβάσω τις ενδόμυχες σκέψεις τους και τις κρυφές επιθυμίες που κάποτε ονειρεύονται να πραγματοποιήσουν….

Ίσως μερικές φορές τα καταφέρνω, δεν ξέρω… ίσως εξαπατώ τον εαυτό μου…
Και όταν νοιώθω ότι δεν μπορώ να "δω" τους άλλους, τότε, γυρνάω το βλέμμα μου προς τα μέσα, παρατηρώ τον εαυτό μου, ψάχνω τις δικές μου σκέψεις και επιθυμίες.

Συνήθως ξεκινώ ανάποδα.

Εδώ στην ισόγεια βεραντούλα του παλιού πέτρινου νησιώτικου σπιτιού. Περιμένοντας την βροχή που αγναντεύω στο βάθος της κοιλάδας. Αναπολώντας το πρόσφατο παρελθόν, το ταξίδι αστραπή στη Θεσσαλονίκη με την Μαρία και τους πόνους μας, τα παιδιά που γνώρισα και αυτά που δεν γνώρισα, μια εβδομάδα νωρίτερα στην Αλεξάνδρα, το κέφι μας και, ακόμα μια βδομάδα πιο πριν, πάλι στην Αλεξάνδρα, με όλα αυτά τα χαρούμενα, γελαστά προσωπάκια.

Και ακόμα πιο πίσω, ένα θάνατο, κι άλλο θάνατο, κι άλλο θάνατο… Και μια γέννηση!

Και ενδιάμεσα, η ρουτίνα που σκοτώνει, που σου σαπίζει την ψυχή και το μυαλό.

Και ακόμα πιο πίσω. Τότε που τα χρόνια περνούσαν από πάνω μας και δεν μας χάιδευαν, δεν μας ακουμπούσαν.

Τι παιχνίδι του μυαλού κι αυτό! Χάνεται πάλι ο χρόνος και δεν ξέρεις που βρίσκεσαι.

Τι κι αν έγινε το ‘65, το ’77 ή το ’86… Δεν έχει καμιά σημασία. Το σενάριο είναι άχρονο.

3:30 ξημερώματα. Ρε συ Κ.! Φύγαμε;

- Φύγαμε!

Παρατήσαμε την παρέα εκεί στο Φάληρο, σκαρφαλώσαμε στο 2CV, αυτό με την κουρελιασμένη πάνινη σκεπή, και ανεβήκαμε Αθήνα. Μια στάση στην Κυψέλη, να μαζέψει ο Κ. μερικά απαραίτητα, να σκοτώσουμε την κατσαρίδα που είχε τρυπώσει στο υπογειάκι του, και γρήγορα για Περιστέρι.

- Ξύπνα! Φεύγω!
- Εεε;;; Τι έγινε; Ποιος φεύγει;;;
- Σύνορα… Με τον Κ. Το αμάξι πρέπει να πάει επάνω, γιατί θα μας δέσουνε!

ΤΟ αμάξι! Πού ζήτημα ήταν αν θα μας έβγαζε μέχρι τις Τρεις γέφυρες!

Βιαστικά φιλάκια αποχαιρετισμού στην Σ. και την μικρή Ν., τελευταία γουλιά καφέ και δρόμο!

Τελικά μας έβγαλε μέχρι την εθνική. Κι εκεί παρέδωσε το πνεύμα! Καπνοί και τα λοιπά! Ο μαλάκας ο Κ., φοβερός ζωγράφος, αλλά με τα αυτοκίνητα δεν τα πάει και πολύ καλά…

Ξέχασε να βάλει την τάπα του λαδιού στο βενζινάδικο! Μικρό το κακό…

Το ταξίδι μέχρι τους Ευζώνους ήταν χωρίς προβλήματα, εκτός από την ανάπαυλα στη Θεσσαλονίκη, στο σπίτι του Γ., όπου γίναμε χάλι με το κρασί. Δυο χρόνια είχαμε να τον δούμε.

   Τελωνείο –

- Για πού το βάλατε παιδιά;
- Παρίσι πάμε.
- Διαβατήρια, χαρτιά…

Μάλιστα, (γελάει ο μαλάκας ο τελωνειακός…)

- Ρε σεις, με αυτό το σούργελο Παρίσι;; Από συνάλλαγμα;

Με το ζόρι καταφέραμε να μαζέψουμε μερικά χιλιάρικα, μαζί με τα ψιλά…

- 7μιση χιλιάρικα;;; Ρε! πλάκα μου κάνετε;;

Τελικά, περνάμε. Γιουγκοσλαβία. Μα δεν σκεφθήκαμε ποτέ να πάμε Παρίσι!
Τουλάχιστον όχι σε αυτό το ταξίδι! Και με το …σούργελο!

Απλά έπρεπε να το ξεφορτωθούμε, γιατί ήταν …μαϊμού!!!
Θα προσπαθούσαμε να το πουλήσουμε στη Γιουγκοσλαβία, και να επιστρέψουμε Αθήνα. Ούτε γάτα, ούτε ζημιά!

Φτάνουμε στη Νις κατά το απογευματάκι και χαρούμενοι, πάμε να πιούμε αυτό που εκεί ονομάζουν καφέ, αλλά ξέχασαν να βγάλουν το χώμα και τα πίτουρα από μέσα…

Στην κουβέντα με τους ντόπιους, πετάμε ότι το αμάξι είναι για πούλημα. Αλλά, όποιος νομίζει ότι οι Γιουγκοσλάβοι είναι στόκοι, απλά είναι από άλλο πλανήτη!
Κάποιος ήθελε να το πάρει για 2 χιλιάρικα! Δραχμές. Όχι ρε! Δεν το πουλάμε στην ξεφτίλα! Καλύτερα να το πετάξουμε σε κανά χαντάκι…

Έχει σχεδόν νυχτώσει… Βρήκαμε μια ερημιά σε ένα ποτάμι, και αφού το διαλύσαμε σχεδόν, το φουντάραμε. Ωραία!

- Και τώρα Γιώργο; Πως πάμε πίσω; Είμαστε σχεδόν 30 χιλιόμετρα μέσα….
- Έλα ρε, τόσα αμάξια και νταλίκες, κάποιος θα μας πάρει.

Κανείς δεν μας πήρε… 30 χιλιόμετρα με τα πόδια μέχρι τα σύνορα…
Με τον Κ. να κλαψουρίζει μέσα στο μαύρο σκοτάδι, 500 μέτρα πίσω μου…
Και τα νεύρα μου 500 μέτρα μπροστά!

Σύνορα – Τελωνείο 2:00 τη νύχτα.

Φαντάσου 2 τύπους να σκάνε από τα σκοτάδια στο φυλάκιο.
Καμιά 20ριά μάτια μας κοίταγαν έκπληκτα! Βλέπεις δεν ήταν συνηθισμένο φαινόμενο εκείνη την εποχή.

Μόνο ένα ζευγάρι μάτια δεν μας κοίταζε σαν να ήμασταν εξωγήινοι!

Ο μαλάκας ο τελώνης της μεσημεριανής βάρδιας! (Γέλαγε σαν χάνος πάλι!)

- Ρε σεις, δεν σας το είπα ότι ΔΕΝ θα πάτε Παρίσι;
- …*@%&@$...

Σκαρφαλώσαμε σε ένα τουριστικό, και σουρώσαμε πάλι στου Γ., πριν ξεκινήσουμε για Αθήνα. Αααα!, περάσαμε και από ένα Λούνα Πάρκ, όπου κερδίσαμε εφτά μπουκάλια κακής ποιότητας κρασί, στη σκοποβολή. Τροφή για το δρόμο.

-----------------------------------------------------

1 και μισό χρόνο μετά. Γυρνώντας από τη σχολή, κουρέλι, στο Βιλιέ λε Μπέλ, βρίσκω την Κ. να με κοιτάζει περίεργα καθώς σούρνομαι μέσα στο σπίτι.

- Τι έγινε Κ.;
- Κοίτα έξω, στο πάρκινγκ, μου λέει…
- Ε και; Τι το σπουδαίο έχει ένα σαραβαλιασμένο 2CV;
- Το σπουδαίο είναι ότι το σαράβαλο είναι δικό σου και το χαρτί εδώ λέει ότι χρωστάς 5.500 γαλλικά φράγκα, γιατί το βρήκανε οι Γιουγκοσλάβοι, και με τα νούμερα που δεν είχες βγάλει, ΗΛΙΘΙΕ, το έδωσαν στην ασφαλιστική, που το κουβάλησε εδώ, ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΜΙΑ!!!

.....Γαμώτο, ένα χιλιάρικο το είχα αγοράσει!!!

-----------------------------------------------------
    Λευκάδα, 2006, Ιούλιος

    I'm in a spiral of thoughts...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου