Τρίτη, 2 Ιανουαρίου 2018

Εκεί, να ξέρεις, Θεός δεν υπάρχει...


του Χρήστου Φιλίππου

Πρωτοχρονιά έλεγα! Ας μην χάσω τη γιορτή... Ό,τι κι αν έχει συμβεί γύρω σου ή μέσα σου, ζητάς ένα μερίδιο στην χαρά και την αγάπη του άλλου. Όσο κι αν έχει ξεφτίσει η ψυχή σου από τη ψευτιά, ζητάς με όση αλήθεια σου έχει απομείνει να ζήσεις τα λίγα δράμια της ευτυχίας των μεγάλων προσδοκιών των ανθρώπινων και των αυθεντικών. Έτσι δίχως προσευχή, αλλά ντυμένος το πανωφόρι της ψυχής μου βγήκα στους δρόμους ένα απόγευμα στην Αθήνα.

Περπάτησα τη Σταδίου, δρόμος όμορφος και γιορτινός παραδοσιακά στην Αθήνα. Λίγο τα φώτα των βιτρίνων, λίγο οι καλοντυμένες πωλήτριες έτοιμες να κουμαντάρουν και τον πιο παράξενο πελάτη, λίγο οι άντρες, οι γυναίκες, και τα ζευγάρια, με δώρα στα χέρια και χαμόγελα και κουβέντες με νόημα, λίγο τα γκελ των φωτεινών στολιδιών της Σταδίου στα καπό των αυτοκινήτων, έλεγα ότι είμαι κοντά στο νόημα των ημερών.

Ανέβαινα τη Σταδίου για το Σύνταγμα από αριστερά, πολύ κοντά στον τοίχο για να κόβω το αγιάζι. Πριν την πλατεία Κλαυθμώνος έκανα μια στάση, και άναψα ένα τσιγάρο εν στάσει μπροστά στην Εθνική τράπεζα. Σήκωσα το βλέμμα ίσα μπροστά και ξεκίνησα να βαδίζω ξανά. Εκεί σε μια κόγχη του τοίχου σκουντούφλησα σχεδόν στα χαρτόνια μιας αυτοσχέδιας τρώγλης κάποιου αστέγου. Κοίταξα βιαστικά κάποιον σαν σε ένα συνονθύλευμα σκουπιδιών μπερδεμένο, με κουρέλια, χαρτόνια, και κουβέρτες. Κι όταν παραπατώντας πάτησα σε κάποιο χαρτόνι, με εκείνο το μαλάκωμα στο πάτημα φαντάστηκα ότι είχε ξεκινήσει να σαπίζει ο δρόμος... Κι όπως άνοιγα το βήμα μου μπροστά πήρα το πρώτο μπουγάζι από την Κοραή, και πέταξα το τσιγάρο μου. Απέναντι η πλατεία ήταν φωτισμένη. Καθαρή, κολλαριστή... Βγήκα φουριόζοζος ως τα μεγάλα πολυκαταστήματα και έκοψα στη στροφή της Σταδίου κοντά στην Βουκουρεστίου. Ξάφνου γκρεμοτσακίστηκα, έτρεχα να σωθώ. Κι άλλοι άστεγοι παρακάτω, και πιο κάτω!.. Μες την τρικυμία της φτώχειας των πολλών αυτής της πόλης, τούτες εδώ οι 'σκιές' έμοιαζαν με εφιάλτη και παραίσθηση, όμοια με εκείνες που έσπειρε ο μάγος Πρόσπερο στους ναυαγούς - αυλικούς στο νησί που κυβερνούσε.. Έχανα τα ίχνη της γιορτής. Διά ασήμαντον αφορμή! Βάδιζα στα όρια πάλι της πόλης φρίττοντας, μεταξύ του δεδηλωμένου εμπορικού της θαύματος και του αδήλωτου ξεπεσμού της. Μα έχανα την γιορτή! Έχανα την γιορτή!..

Στο αντικρυνό πεζοδρόμιο της Σταδίου βάδιζε ο Γιώργος. Ο Γιώργος είναι φίλος... Εκεί, μέσα στην ακαταστασία μου, βυθισμένος στο παλτό που φορούσα, ο Γιώργος με αναγνώρισε. Στάθηκε, με κοίταξε, σήκωσε το χέρι του κι έβαλε μια φωνή: “Χρήστο!”. Η φωνή του σα να απεκατέστησε ξανά την γιορτή, σα να πήρα ξανά το φως των δρόμων και άνοιξε το βλέμμα μου. Τον χαιρέτησα από μακρυά και πέρασα απέναντι να του μιλήσω. “Γιώργο τί κάνουμε;” του είπα. Ο Γιώργος κοίταξε διαγώνια το φωτισμένο δέντρο της πλατείας Συντάγματος και χαμογέλασε... Μού έπιασε το χέρι και έκανε μια γκριμάτσα ότι ήταν παγωμένο.

“Φτάνει ο δρόμος...” μου είπε. “Αυτοί εδώ οι άστεγοι που συνάντησες είναι οι αόρατοι άνθρωποι του συστήματος. Δεν υπάρχουν για κανέναν...” συνέχισε. “Ζωγράφησέ τους αν μπορείς, με μια μουτζούρα μοιάζουν. Ζουν πια αρνούμενοι την πραγματικότητα που τους περιβάλλει, για να αντέχουν. Κι έτσι είναι άρρωστοι πια! Είναι τρελοί!.. Ότι δεν είσαι εσύ εκεί δεν είναι από τύχη, δεν είναι όμως ούτε από ικανότητα. Όταν βαδίσεις παρακάτω από την ανάγκη... θα βγεις σε ένα μπουντρούμι. Εκεί να ξέρεις Θεός δεν υπάρχει! Εκεί πετάει το Σύστημά μας ανθρώπους για καύσιμο. Μόνο έτσι θα επιβιώσει! Τελειωμό δεν έχει πουθενά ετούτη η σκλαβιά. Εκτός κι αν ελπίσουμε σε κάτι... Εκτός κι αν ελπίσουμε σε κάτι!..”.

Χρήστος Φιλίππου

Τετάρτη 27 Δεκεμβρίου 2017

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου